αεροθεραπεία

αεροθεραπεία
Μέθοδος θεραπείας διαφόρων παθήσεων, ιδιαίτερα του αναπνευστικού συστήματος (φυματίωση, εμφύσημα κλπ.). Η α., που αποτελεί τομέα του ιδιαίτερου κλάδου της κλιματοθεραπείας, ενεργείται με διάφορους τρόπους ανάλογα με την πάθηση: με θερμά αερόλουτρα, με ατμόλουτρα, με πεπιεσμένο αέρα ή με την παραμονή, ανάλογα με την πάθηση, σε κλίμα ορεινό, πεδινό ή θαλάσσιο.
* * *
η Ιατρ.
θεραπευτική μέθοδος που χρησιμοποιεί τις ιδιότητες τού εισπνεόμενου αέρα, όπως τη σύνθεση και τον βαθμό τής καθαρότητάς του.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ελληνογενές < αήρ, -έρος + θεραπεία, πρβλ. αγγλ. aerotherapy].

Dictionary of Greek. 2013.

Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • αεροθεραπεία — η η θεραπεία με αερόλουτρα: Κάθε καλοκαίρι κάνει αεροθεραπεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αεροθεραπευτικός — ή, ό [αεροθεραπευτής] 1. ο σχετικός με την αεροθεραπεία 2. ο οπαδός τής αεροθεραπείας το θηλ. ως ουσ. η αεροθεραπευτική η αεροθεραπεία …   Dictionary of Greek

  • θερμαεροθεραπεία — και θερμοαεροθεραπεία, η θεραπευτική μέθοδος κατά την οποία γίνεται χρήση θερμού αέρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θερμ(ο) * + αεροθεραπεία* (πρβλ. θερμο αεροθεραπεία)] …   Dictionary of Greek

  • αέρας — Όρος με πολλές ερμηνείες και χρήσεις. Ο άνεμος που δεν είναι πολύ δυνατός. Τo κλίμα ενός τόπου και μεταφορικά το ψυχολογικό κλίμα. Η εξωτερική εμφάνιση, το ύφος, το παρουσιαστικό. Η τόλμη, η αλαζονεία, η αυθάδεια. Έκφραση της ψυχικής διάθεσης. Η… …   Dictionary of Greek

  • αεροθεραπευτήριο — το θεραπευτικό ίδρυμα, όπου εφαρμόζεται στους ασθενείς η αεροθεραπεία …   Dictionary of Greek

  • κλιματοθεραπεία — Η αξιοποίηση των καιρικών συνθηκών για θεραπευτικούς και προληπτικούς σκοπούς. Την κ. και την κλιματοπροφύλαξη, δηλαδή τη βελτίωση της υγείας που επιδιώκεται με την έκθεση του οργανισμού στις κατάλληλες καιρικές συνθήκες, διερευνά η ιατρική… …   Dictionary of Greek

  • Ευπατορία ή Γεβπατόρια — (EupatoriaYevpatoriya). Πόλη (106.000 κάτ. το 2001) της Ουκρανίας, στη χερσόνησο της Κριμαίας. Παραθαλάσσιο θέρετρο στη Μαύρη θάλασσα, η πόλη είναι ονομαστή για το κλίμα της. Διαθέτει ειδικές εγκαταστάσεις για αεροθεραπεία, θαλασσοθεραπεία,… …   Dictionary of Greek

  • φυσικοθεραπεία — η θεραπευτική αγωγή που χρησιμοποιεί τα στοιχεία της φύσης για θεραπευτικούς σκοπούς, π.χ. αεροθεραπεία, ηλιοθεραπεία,  υδροθεραπεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”